ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

O Jamie Cullum φέρνει Χριστούγεννα στο pepper966.gr

Λίγο μετά την κυκλοφορία του όγδοου δίσκου του, με δέκα πρωτότυπα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, ο Βρετανός τζαζίστας μιλά τη ζεστασιά των Χριστουγέννων στο κρύο τοπίο της πανδημίας.

Ο Jamie Cullum κυκλοφόρησε τον όγδοο δίσκο του, «The Pianoman at Christmas», στο τέλος του περασμένου Νοεμβρίου μέσω της Blue Note. Ο δίσκος περιέχει δέκα πρωτότυπα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, στα οποία ακούμε πάνω από πενήντα διαφορετικούς μουσικούς, ενώ η παραγωγή έγινε από τον Greg Wells (εκτός άλλων, έχει κερδίσει Grammy για τη δουλειά του στο μιούζικαλ «The Greatest Showman, ενώ έχει συνεργαστεί και με ονόματα όπως ο Quincy Jones, o Count Basie και πολλούς άλλους) και τον μουσικό διευθυντή του Cullum, Tom Richards.

Με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου, ο Βρετανός καλλιτέχνης μίλησε με τον διευθυντή του Pepper 96.6, Γιώργο Μουχταρίδη, για το πώς η πανδημία Covid-19 επηρέασε τη ζωή του και τη δημιουργική διαδικασία, αλλά και για το πώς μέσα από το γιορτινό αυτό δίσκο προσπάθησε να αναπληρώσει τη ζεστασιά που λείπει από τα φετινά Χριστούγεννα εν μέσω καραντίνας. 

Γιώργος Μουχταρίδης: Αρκετοί καλλιτέχνες στην Ελλάδα είδαν την περίοδο που περνάμε ως καλή στιγμή για να αναλογιστούν τη ζωή και τις πράξεις τους. Για κάποιους ανθρώπους τα πράγματα έχουν αλλάξει εντελώς. Ήταν έτσι και για σένα; 

Jamie Cullum: Αρχικά περνούσα την περισσότερη ώρα με την οικογένειά μου. Είναι εύκολο να ξεχάσουμε πως, όταν ξεκίνησαν να συμβαίνουν όλα αυτά, επικρατούσε σύγχυση και ήταν πολύ τρομακτικό το ότι δεν ξέραμε πόσο άσχημα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα. Επομένως, η παρόρμησή μου ήταν απλώς να είμαι με την οικογένειά μου. Τα απογεύματα, αφού δεν ταξίδευα και δεν έτρεχα από το ένα μέρος στο άλλο, είχα χρόνο. Και τότε είχα την ευκαιρία να γράψω αυτόν τον νέο χριστουγεννιάτικο δίσκο. Το ένιωσα σαν κάτι το ευτυχές, το να γράψω αυτά τα τραγούδια μόνος μου στο πιάνο. Δεν είχα κάποιο μεγάλο στόχο στην αρχή, γιατί δεν ήξερα αν θα καταφέρω να το ηχογραφήσω φέτος. Επομένως δεν ξέρω αν επανεξέτασα τελικά την όλη μου προσέγγιση στη ζωή, αλλά ξέρω ότι αισθάνθηκα πολύ τυχερός που έχω αυτή την όμορφη οικογένεια με την οποία μπορούσα να περάσω χρόνο. Νιώθω απίστευτα τυχερός που είμαι πατέρας και σύζυγος. 

Γ. M.: Άρα πήγες στο άλλο άκρο. Αυτή είναι η αγαπημένη εποχή του χρόνου για πολλές κουλτούρες στον κόσμο, ακόμα και για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Ιησού. Είναι μια ξεχωριστή περίοδος που γιορτάζουμε με την οικογένεια και τους πολύ κοντινούς, αγαπημένους μας ανθρώπους. Ένιωσες ότι πήγες από το ένα άκρο, την κοινωνική απόσταση δηλαδή, σε αυτό που χρειαζόμαστε όλοι αυτή την εποχή του χρόνου: πολλές αγκαλιές, αγάπη και οικογένεια;

J.C.: Είναι ενδιαφέρον αυτό, έτσι δεν είναι; Δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή, αλλά τώρα το συνειδητοποιώ. Ξέρεις, το ότι δεν μπορούσαμε να δούμε τους ηλικιωμένους μας, τους γονείς μας και γενικά τους μεγαλύτερους της οικογένειάς μας, η έλλειψη του να είμαστε όντως «μαζί»… Μας έλειπε αυτό τόσο πολύ που νομίζω ότι, προφανώς, γράφοντας χριστουγεννιάτικη μουσική, άθελά μου αναζητούσα αυτήν την συντροφικότητα. Οπότε έχεις δίκιο, πήγα από το ένα άκρο στο άλλο· εκείνη τη στιγμή δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου, αλλά τώρα που το αναφέρεις, ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω!  Είσαι ο πρώτος που το λέει αυτό, και την ώρα που το έλεγες κατάλαβα ότι έχεις δίκιο. Και βέβαια, ήταν μια ενδιαφέρουσα πρόκληση για μένα ως τραγουδοποιό να γράψω καινούρια χριστουγεννιάτικα κομμάτια που να ακούγονται κλασικά. 

Γ. M.: Πες μου λοιπόν, πώς ήταν εκείνη η περίοδος; Πώς αισθανόσουν, τι σκεφτόσουν, τι άκουγες όταν είχες την ιδέα για το δίσκο; Κλασικά γιορτινά κομμάτια; Ή απλώς εξαιτίας αυτού που ένιωθες μέσα σου αποζητούσες τη ζεστασιά των γιορτών;

J.C.: Νομίζω πως είχα την ιδέα για χρόνια, αλλά δεν το επιχείρησα ποτέ. Έκανα χριστουγεννιάτικα τραγούδια ―πέρυσι, μάλιστα, συνεργάστηκα με το Robbie Williams στο δικό του χριστουγεννιάτικο δίσκο―, και πάντα παίζω χριστουγεννιάτικα αυτήν την περίοδο. Όταν είσαι πιανίστας, ο κόσμος πάντα σου ζητάει να παίζεις χριστουγεννιάτικα τραγούδια! Επομένως ήμουν σε αυτή τη φάση για χρόνια… Αλλά όσον αφορά το γράψιμο των τραγουδιών στην αρχή της καραντίνας, δεν είναι ότι άκουσα χριστουγεννιάτικη μουσική. Βασικά, νομίζω ότι η μουσική με την οποία έχω συσχετιστεί στην καριέρα μου είναι αυτοί οι κλασικοί «μεγάλοι αμερικάνικοι» ήχοι, και αυτός δεν είναι σε μεγάλο βαθμό και ο ήχος των Χριστουγέννων; Οπότε δε χρειαζόταν να ψάξω πολύ για να βρω αυτή τη μουσική – κρυβόταν κάτω από τα δάχτυλά μου. Αυτό που έκανα ήταν ότι διάβασα μερικά βιβλία με χριστουγεννιάτικα ποιήματα, από την αγαπημένη μου Wendy Cooke, και αυτό με βοήθησε να μπω στο σωστό κλίμα για να γράψω ωραίους χριστουγεννιάτικους στίχους. 

Γ. M.: Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι; Οι στίχοι ή η μουσική; Γιατί όταν σκέφτεσαι τη μουσική, έχεις να ανταγωνιστείς γίγαντες, και σίγουρα το σκεφτόσουν και αυτό. 

J.C.: Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση σε αυτήν την ερώτηση, γιατί τα τραγούδια είναι διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά νομίζω πως πιο δύσκολοι ήταν οι στίχοι· είναι εύκολο να ακουστεί κάτι σαχλό, αλλά είναι εύκολο και να μην είναι αρκετά χαρούμενο και διασκεδαστικό. Επομένως έπρεπε να βρω αυτή τη λεπτή γραμμή μεταξύ χριστουγεννιάτικου, αλλά όχι χαζού, αυτήν την ισορροπία. Και νομίζω ότι το πέτυχα, αλλά ναι, αυτή ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία.

Γ. M.: Ποια ήταν η πιο διασκεδαστική στιγμή κατά την ηχογράφηση του δίσκου;

J.C.: Ήταν στο μέσο του «Hang Your Lights», που είναι το πιο party τραγούδι του δίσκου. Υπάρχει ένα σημείο περίπου στο ενάμισι λεπτό, όπου όλοι σολάρουν ταυτόχρονα· ήταν ένα χάος, αλλά ήταν και πάρτι, και νομίζω ήταν πολύ λυτρωτικό για όλους τους μουσικούς. Ήμασταν όλοι σε καραντίνα, δεν υπήρχαν sessions, ούτε συναυλίες, και όλοι ήταν ενθουσιασμένοι που έπαιζαν ξανά μαζί. Από τα πνευστά έβγαινε μια δύναμη τόσο χαρούμενη και συλλογική, που έμοιαζε με κάθαρση. Και νομίζω αυτό χαρακτηρίζει όλο το δίσκο. 

Γ. M.: Πώς επέλεξες τον παραγωγό για το δίσκο, τον Greg Wells; Ποιες ήταν οι σκέψεις και οι στόχοι σου όταν διάλεξες ένα συνεργάτη γνωστό για την κλασική δουλειά του, αλλά και τη μοντέρνα αίσθηση της μουσικής του; 

J.C.: Ήταν όλα αυτά που περιέγραψες. Είχα δουλέψει με τον Greg πριν δέκα χρόνια στο δίσκο μου «The Pursuit». Τον ήξερα ήδη καλά, δηλαδή, και νομίζω πως είναι κάποιος που καταλαβαίνει τη μεγάλη μουσική. Όταν ακούς το «The Greatest Showman», ακούς κάποιον που ξέρει πώς να κάνει τις ορχήστρες να μοιάζουν σύγχρονες. Οπότε υπήρχε αυτό, αλλά ο Greg έχει επίσης βαθιά αγάπη για την ορχηστρική μουσική: Duke Ellington, Count Basie, Nelson Riddle, Quincy Jones… Όταν τελειώσαμε το «The Pursuit» πριν δέκα χρόνια, του αγόρασα μια φωτογραφία του Count Basie, γιατί αγαπά πολύ αυτόν τον ορχηστρικό ήχο. Ήταν προφανής επιλογή το να δουλέψει μαζί μου και σε αυτόν το δίσκο. Το αν μπορούσαμε να τον κλείσουμε, είναι μια άλλη συζήτηση. Αλλά με το που του έστειλα τα demos, ελευθέρωσε το πρόγραμμά του αμέσως, γιατί αγαπά τόσο πολύ τη μουσική! 

Ήλπιζα πως θα το κάνει να ακούγεται ταυτόχρονα κλασικό και μοντέρνο, και νομίζω πως αυτό καταφέραμε. Είμαι πολύ ευχαριστημένος. 

Γ. Μ.: Επέλεξες επίσης τα Abbey Road Studios, ένα διάσημο στούντιο. Πώς ήταν να δουλεύεις σε αυτό το θρυλικό μέρος; Σε ενέπνευσε ή ένιωθες πίεση λόγω της μουσικής που έχει ηχογραφηθεί εκεί;

J.C.: Σίγουρα σε εμπνέει. Φυσικά υπάρχει και το γεγονός ότι προσπαθείς να γράψεις ένα χριστουγεννιάτικο κομμάτι που να μπορεί να ανταγωνιστεί το Jingle Bells. Μπορεί να είναι τρομακτικό, αλλά αν το δεις με το σωστό τρόπο, είναι ένας πολύ χαρούμενος χώρος για να φτιάξεις μουσική, και ένα από τα δωμάτια με τον πιο όμορφο ήχο στον κόσμο. 

Γ. M.: Πώς το εννοείς;

J.C.: Είναι τόσοι πολλοί οι σπουδαίοι δίσκοι που έχουν γραφτεί εκεί! Είσαι στο δωμάτιο όπου ηχογραφήθηκε το Penny Lane, ή το Something, το While My Guitar Gently Weeps… Σε εμπνέει, γιατί αυτή ήταν η καλύτερη μουσική που υπήρξε στον κόσμο. Και νομίζω πως όταν συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι εκεί και έχεις την ευκαιρία να γράψεις τη δική σου μουσική σε αυτό το χώρο, μπορείς να πεις «Θεέ μου είμαι χάλια, δε μου αξίζει να βρίσκομαι εδώ», ή να πεις «Εντάξει, δεν είμαι ο John Lennon, δεν είμαι ο Paul McCartney, δεν είμαι ο Stevie Wonder ούτε ο Donny Hathaway, αλλά έχω κάτι να πω, και την ευκαιρία να το κάνω σε αυτόν τον απίστευτο χώρο, όπου υπήρξε όλη αυτή η σπουδαία μουσική – άρα ας το απολαύσω». Έτσι προσπάθησα να το προσεγγίσω. 

Γ. M.: Διάβασα σε ένα βρετανικό άρθρο πως τα ⅔ των μουσικών που είναι αυτή τη στιγμή ενεργοί σκέφτονται να αλλάξουν επάγγελμα, λόγω της ύφεσης που έφερε η καραντίνα. Είναι πράγματα τέτοιο το αίσθημα της μουσικής κοινότητας στην Αγγλία;

J.C.: Εντελώς. Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι δεν το σκέφτονται απλώς, ήδη το κάνουν για να επιβιώσουν. Και ξέρεις, δεν υπάρχει πολλή δουλειά αυτή τη στιγμή, αφού όλα τα venues είναι κλειστά. Sessions γίνονται, αλλά αν δεν είσαι session μουσικός, δε θα έχεις την ευκαιρία να βγάλεις τα προς το ζην παίζοντας μουσική. Είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος, ειδικά για εκείνους που δεν υποστηρίζονται από μια πλούσια οικογένεια και που δεν έχουν ήδη μια οικονομική ασφάλεια. Η ανησυχία μου είναι πως αυτό θα περιορίσει τη μουσική βιομηχανία σ’ εκείνους που έχουν την οικονομική πολυτέλεια, και θα αποκλείσει πραγματικά ταλαντούχους ανθρώπους. Είναι απελπισμένοι καιροί για τους δημιουργικούς ανθρώπους, και νομίζω πως χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη, μιας και η καλλιτεχνική παραγωγή μιας χώρας φέρνει πολλά έσοδα και οφέλη. Το να το αρνηθεί αυτό οποιοσδήποτε θα ήταν μια τεράστια παράβλεψη. 

Μπορείτε να ακούσετε το «The Pianoman At Christmas» στο Spotify, ή να παραγγείλετε το δίσκο μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα του Jamie Cullum.

x
TitleArtist

Στείλε μήνυμα στο studio