RELEASES

Η ώριμη επαναφορά των Fleet Foxes

Τρία χρόνια μετά το «Crack Up», η indie folk μπάντα από το Seattle επιστρέφει με έναν δίσκο φωτεινό, γεμάτο ωριμότητα και την τρυφερή ζεστασιά που χαρακτηρίζει τον ήχο της.

Από τη Μαρία Μεταξά

Στις 22 Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε το «Shore» από τους Fleet Foxes. Ο δίσκος, τέταρτος κατά σειρά για την indie folk μπάντα από το Σιάτλ, μάρκαρε τη φθινοπωρινή ισημερία με τις κατάλληλες μελωδίες για το ξεκίνημα της σεζόν. Μελωδίες απαλές, μουσική ζεστή και γεμάτη τρυφερότητα, ήχος χαρακτηριστικά γλυκόπικρος και πλούσιος, ο δίσκος συνοδεύεται από μία ταινία σαν ενιαίο video clip, γυρισμένη στα τοπία της βορειοδυτικής Αμερικής.

Με αυτό το δίσκο που ακολουθεί το «Crack-Up» του 2017, οι Fleet Foxes επιστρέφουν στη γλυκόπικρη ομορφιά του ντεμπούτου τους («Fleet Foxes», 2008), χωρίς ωστόσο να επαναλαμβάνονται· πλέον, ο ήχος τους είναι πολύ πιο ώριμος και μελετημένος. Όπως και το «Helplessness Blues» του 2011 που τους έφερε στο προσκήνιο, η νέα κυκλοφορία της μπάντας είναι ένα φωτεινό σημείο στο σκοτάδι.

Στις απαλές μελωδίες ενυπάρχει μια υπαρξιακή ανησυχία: η μετατροπή της απόγνωσης σε μουσική τρυφερή και ζεστή είναι χαρακτηριστική των Fleet Foxes. Τα κομμάτια του «Shore» είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρικά, ενώ στους στίχους διακρίνεται η θλίψη που έφερε σε πολλούς η απομόνωση της χρονιάς που πέρασε· το «Wading in Waist-High Water» ανοίγει το δίσκο αποχαιρετώντας το καλοκαίρι, ενώ στο μελαγχολικό «Featherweight», που ξεχωρίζει, ο Pecknold τραγουδά: «May the last long year be forgiven».

Κομμάτια όπως το «Can I Believe You?» και το «Jara» ανεβάζουν τους τόνους με πλούσια ενορχήστρωση και αρμονίες, ενώ το «Sunblind» είναι φόρος τιμής στη θεραπευτική  δύναμη της μουσικής, με αναφορές σε αγαπημένους του Pecknold – ιδιαίτερα στον Elliott Smith. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί πως στο «Cradling Mother, Cradling Woman» χρησιμοποιήθηκε υλικό από ηχογράφηση των Beach Boys ―η μουσική του Brian Wilson είναι από τις πιο σημαντικές επιρροές της μπάντας.

Το «Shore» είναι ένας δίσκος γεμάτος, φωτεινός χωρίς να του λείπει η ωριμότητα. Υπάρχει μία διάχυτη αίσθηση τέλους: σαν να αποχαιρετούμε τη ζωή όπως την ξέραμε, αλλά και σαν να διαβήκαμε δυσκολίες και έχουμε φτάσει πλέον στην ακτή. «I’ll be better off in a year or in two», ακούμε τον Pecknold να τραγουδά στο «A Long Way Past the Past» και είναι σαν να μας λέει πως όλα κάποτε θα είναι καλύτερα.

Ο δίσκος ηχογραφήθηκε μέσα σε διάστημα ενός χρόνου στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη, στο Los Angeles και στο Long Island, με τη συμμετοχή της μηχανικού παραγωγής Beatriz Artola. Λόγω των απαγορεύσεων που έφερε η πανδημία Covid-19, τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν στην ηχογράφηση, εφόσον ο frontman και τραγουδοποιός Robin Pecknold ήθελε να κυκλοφορήσει το άλμπουμ το Σεπτέμβριο του 2020.

Αυτό το είδες;

Instant reaction: Sufjan Stevens “The Ascension”
Εξαιρετικά ενδιαφέρον followup στο «Carrie & Lowell»

x
TitleArtist

Στείλε μήνυμα στο studio