ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

O Ólafur Arnalds στο Pepper966.gr

Λίγο πριν τη συναυλία του στο Ηρώδειο, στις 15 Ιουλίου, ο Ólafur Arnalds μιλά για τη δημιουργική διαδικασία, τα ταξίδια, αλλά και την τεχνητή νοημοσύνη, σε μια χορταστική συζήτηση.

Την Πέμπτη 15 Ιουλίου, ο Ólafur Arnalds θα εμφανιστεί στη σκηνή του Ωδείου Ηρώδου Αττικού με συνοδεία βιόλας, τσέλο, δύο βιολιών και δύο πιάνων, για ένα ιδιαίτερο live στη σκιά της Ακρόπολης. 

Ο πολυοργανίστας και εξαιρετικά ταλαντούχος Ισλανδός ανήκει στη σχολή των νεοκλασικών μουσικών, μαζί με τους Max Richter και Nils Frahm, η οποία συνδυάζει μοντέρνες συνθέσεις με κλασικές ενορχηστρώσεις και ηλεκτρονικούς ήχους, στοχεύοντας στη δημιουργία ηχητικών τοπίων και βυθίζοντας τους ακροατές στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί. 

Στον τελευταίο του δίσκο, «Some Kind Of Peace» να έχει γραφτεί τόσο πριν την καραντίνα, όσο και κατά τη διάρκεια της πανδημίας στο λιμάνι του Reykjavík, o Arnalds προσπαθεί να διαλύσει το κλίμα της απομόνωσης, διατηρώντας μια επιθυμητή απόσταση, παλεύοντας να βρει τις σωστές ισορροπίες ανάμεσα στην κοινωνικότητα και την ηρεμία ―και περιμένουμε πολλά από τη συναυλία του, μερικά χρόνια μετά την τελευταία του εμφάνιση στη χώρα μας.

Λίγες ημέρες πριν, συνομιλήσαμε με τον Ισλανδό καλλιτέχνη σε μία διαδικτυακή, πρωινή συνέντευξη, καθώς πίναμε τον καφέ μας σε διαφορετικό τοπίο: ο Arnalds στη βροχερή Ισλανδία, κι εμείς στην υπερβολικά ζεστή Ελλάδα…

*επιμέλεια: Μαρία Μεταξά


Γιώργος Μουχταρίδης : Πως νιώθεις που θα παίξεις στη σκιά της Ακρόπολης;

Ólafur Arnalds : Δεν μπορώ να το πιστέψω, είναι μεγάλη τιμή για μένα!

Γ. Μ. : Τι διαφορετικό θα ακούσουμε από το τελευταίο live σου;

Ο. Α. : Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα βρισκόμαστε στο μέσο μιας πανδημίας η οποία δεν έχει τελειώσει, και για το λόγο αυτό δεν έχουμε όλες μας τις ανέσεις όσον αφορά τις ζωντανές εμφανίσεις, τα ταξίδια και τις περιοδείες. Θα είναι λοιπόν ενα σε πιο ακουστικό σόου, και φυσικά θα περιλαμβάνει και μουσική αλλά και τραγούδια από το «Some Kind Of Peace» που δεν είχαμε παίξει την προηγούμενη φορά στα δύο live που έγιναν στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Γ.Μ. : Είσαι 34 ετών, κι έχεις ήδη καταφέρει πολλά: 5 άλμπουμ, μερικές πολύ ενδιαφέρουσες συνεργασίες, παγκόσμια αναγνώριση και μία παγκόσμια περιοδεία. Πώς έχει εξελιχθεί η δουλειά σου τα τελευταία χρόνια;

O. Α: Οι εμφανίσεις μου είναι σαφώς μεγαλύτερου βεληνεκούς· μεγαλύτεροι χώροι, πιο μεγάλες συναυλίες, όλη η ιδέα έχει αλλάξει. Προσπαθώ να παρουσιάσω κάτι μεγαλύτερο ως ιδέα, και έτσι έγινε και η παραγωγή μεγαλύτερη· σε όλους πλέον φαίνεται ένα πιο ενήλικο και συγκεντρωμένο όραμα. Προσπαθούμε να κάνουμε ένα πιο πομπώδες σόου με αυτή την ήσυχη μουσική, κι αυτή είναι μια πολύ εύθραυστη συνθήκη.

Γ. Μ. : Όλο αυτό μου θυμίζει το σύγχρονο κόσμο, που είναι πολυάσχολος και θορυβώδης· και μετά έρχεται η μουσική σου, τόσο ήρεμη που χρειάζεται μια διαφορετική πνευματική διάθεση. Πρέπει κανείς να είναι προετοιμασμένος να την ακούσει. Σε τι βαθμό είναι η μουσική σου μια αντίδραση σε αυτόν τον κόσμο ―μιας κι έρχεσαι από μια χώρα που μοιάζει να είναι κι εκείνη έτσι;

Ο.A. : Η χώρα μου έχει κι αυτή Instagram και διαρκή θόρυβο, όπως συμβαίνει και οπουδήποτε αλλού. Είναι διαφορετικού είδους θόρυβος, αλλά έχουμε κι εμείς internet, δεν διαφέρουμε από άλλες χώρες ως προς αυτό. Ωστόσο ναι, πιστεύω πως η μουσική μπορεί να είναι μια αντίδραση σε αυτό, πως ο κόσμος θέλει για το διάστημα που διαρκεί μια συναυλία να ζει τη στιγμή, χωρίς να διακόπτεται από αυτή τη διαρκή επίθεση στις αισθήσεις.

Γ. Μ. : Έτσι είναι η καθημερινότητά μας. Όσο για τη μουσική σου, είναι ένας τρόπος διαλογισμού, ένα μέσο για να ζούμε το παρόν;

Ο.A. : Νομίζω πως αυτό συμβαίνει με οποιαδήποτε μουσική, όχι μόνο τη δική μου ―και σίγουρα όχι λιγότερο με την ποπ μουσική. Νομίζω πως ο ερμηνευτής πρέπει να βρίσκεται στο παρόν, αλλά και ο ακροατής το ίδιο, ώστε να κατανοεί πλήρως, να απολαμβάνει και να αισθάνεται την πλήρη επίδραση της μουσικής. Και για μένα, ο σκοπός μιας συναυλίας είναι να κάνεις τον κόσμο να είναι στο τώρα· θέλουμε να χρησιμοποιούμε όλα μας τα κόλπα για να καταφέρουμε την πλήρη συγκέντρωση και την παρουσία του κόσμου με τη μουσική μας. Με τα φώτα, τον ήχο και την περιπετειώδη ενορχήστρωση επί σκηνής, θέλουμε να τραβήξουμε αλλά και να διατηρήσουμε την προσοχή για ένα δίωρο―να μη θέλει ο κόσμος στη μέση του σόου να πάει στο μπαρ.

Γ. Μ. : Ακούγοντας τη μουσική τη δική σου, αλλά και άλλων καλλιτεχνών που ανήκουν στο ίδιο στυλ ―το λεγόμενο «νεοκλασικό κίνημα οργανικής μουσικής»―, σκεφτόμουν πως οι καλλιτέχνες, όντας πιο ευαίσθητοι, είναι σαν τους σκύλους που ακούνε με τ’ αυτιά τους τον επερχόμενο σεισμό· μοιάζουν να καταλαβαίνουν εκ των προτέρων ότι υπάρχει μια ανάγκη στην κοινωνία, και αντιλαμβάνονται πράγματα που θα συμβούν τα επόμενα χρόνια, κάπως σαν προφήτες. Νομίζεις πως μελλοντικά θα υπάρχει όλο και περισσότερο στο μυαλό μας η ανάγκη για μια προσωπική ηρεμία και προσωπικό χώρο;

Ο.A. : Οπωσδήποτε. Εδώ που τα λέμε, και εγώ και άλλοι συνάδελφοι το κάνουμε αυτό που λες εδώ και χρόνια, αλλά υπογείως μέχρι πρόσφατα· πλέον υπάρχει μια αυξανόμενη ανάγκη για κάτι τέτοιο. Αυτό συμβαίνει πάντα όταν η κοινωνία κάνει κάποια πράγματα σε υπερβολικό βαθμό· πάντα υπάρχει αντίβαρο, όπως π.χ. στα ‘70s, επί ντίσκο, δημιουργήθηκε η πανκ μουσική. Ίσως είναι χαζό αυτό το παράδειγμα, αλλά θέλω να πω ότι πάντα μια υπερβολή αναδεικνύεται από τον αντίποδά της, το underground. Και πιστεύω πως σήμερα, με όλα τα τρελά που συμβαίνουν στον κόσμο, υπάρχουν και συνεχώς δημιουργούνται υπόγεια κινήματα και υποκουλτούρες, ακριβώς λόγω όλων των κακών πραγμάτων στα οποία γινόμαστε μάρτυρες. Υπάρχουν πάντα αντιδράσεις, λοιπόν, κι αυτές συνήθως οδηγούνται από τους καλλιτέχνες, όπως π.χ. την Patti Smith τη δεκαετία του ’70. Έτσι και σήμερα, μπορεί αυτές οι αντιδράσεις να οδηγούνται από νεοκλασικούς συνθέτες, ή μινιμαλιστές techno καλλιτέχνες, ή ίσως από ένα συνδυασμό όλων αυτών των ρευμάτων. Αυτή η ανάγκη για ήρεμη μουσική, για βραδύτητα και για ένα είδος εκδηλώσεων όπου οι άνθρωποι απλώς θα παρευρίσκονται χωρίς να χρειάζεται να σκέφτονται τίποτα ―αυτή η ανάγκη θα συνεχίσει να αναπτύσσεται.

Γ. Μ. : Πάντως, το πανκ ήταν ακριβώς μια αντίδραση στον αντίποδα των αστέρων με τα τεράστια συνθεσάιζερ, των δεινοσαύρων, σε μια περίοδο τεσσάρων-πέντε χρόνων όπου όλοι είχαμε ξεχάσει γιατί είμαστε εδώ, και πως η μουσική είναι κάτι νεανικό· υπήρχε ένα DIY στοιχείο, που επίσης υπάρχει και στη δική σου μουσική.

Ο.A. : Νομίζω πως η σκηνή που υπάρχει γύρω μου αυτή τη στιγμή μπορεί με πολλούς τρόπους να συγκριθεί με το πανκ: είμαστε κι εμείς άνθρωποι που δεν ξέρουν τι κάνουν, χρησιμοποιούμε κλασσικά όργανα αλλά δε σπουδάσαμε κλασσική μουσική. Είναι σαν να σπάμε όλους τους κανόνες ―πάμε σε φοβερές αίθουσες κονσέρτων και κάνουμε όλα τα λάθος πράγματα… υπάρχουν πανκ στοιχεία σε αυτό. Για μένα, το ενδιαφέρον δεν είναι πώς κατηγοριοποιείς τη μουσική ―πανκ ή νεοκλασική―, αλλά το ήθος πίσω από αυτήν. Το DIY και ο λόγος που εγώ ενδιαφέρθηκα για το πανκ και ακόμα ενδιαφέρομαι, δεν ήταν μόνο η μουσική. Μου άρεσε το στοιχείο του DIY, κανείς δεν ήθελε μάνατζερ κι εταιρείες.

Όταν ήμουν νεότερος, ήμουν σε διάφορα πανκ συγκροτήματα· κλείναμε τις περιοδείες μόνοι μας, οδηγούσαμε τ’ αυτοκίνητά μας, κάναμε τα πάντα μόνοι μας. Έτσι έμαθα να είμαι παραγωγός και ηχολήπτης! Ηχογραφούσαμε μόνοι μας… έπρεπε να τα κάνουμε όλα μόνοι μας. Κι έτσι συμβαίνει και με τη μουσική που κάνουμε σήμερα: εξακολουθούμε να την κάνουμε μόνοι μας…

Γ. Μ. : Στο Some Kind of Peace συνεργάζεσαι, εκτός των άλλων, και με τον Bonobo. Πώς επιλέγεις τις συνεργασίες για τους δίσκους σου;

O. A. : Συνεργάζομαι με ανθρώπους με τους οποίους είμαι ήδη φίλος, κάνουμε ήδη παρέα και ταιριάζουμε πάρα πολύ δημιουργικά ―αλλά και φιλοσοφικά. Σε όλους τους δίσκους μου μέχρι σήμερα, όλες οι συνεργασίες που έχουν γίνει έχουν ξεκινήσει πρώτα από φιλίες, οι οποίες μετά γίνονται και συνεργασίες δισκογραφικά! Το ίδιο συνέβη και με τον Bonobo, αλλά και με την Josin και την JFDR.

Γ. Μ. : Μου έκανε εντύπωση ότι την ίδια χρονιά, το 2020, και εσύ και ο Bob Dylan κυκλοφορήσατε τραγούδι με τον ίδιο τίτλο. Το δικό σου λέγεται We Contain Multitudes, και του Bob Dylan I Contain Multitudes. Υπάρχει κάτι κοινό πίσω από αυτό;

O. A. : Είναι απλή σύμπτωση, αλλά τελικά μια σπουδαία σύμπτωση. Νομίζω πως και οι δύο αναφερόμαστε στο ίδιο ποίημα του Walt Whitman. Είναι μεγάλη τιμή πάντως που το όνομά μου μπαίνει στην ίδια πρόταση με αυτό του Bob Dylan!

Γ. Μ. : Φαίνεται να έχεις τέλειο αυτί. Δεν είχες κλασσική εκπαίδευση, σωστά;
Ο.A. : Εκπαιδεύτηκα σε κάποια πράγματα, δεν είχα όμως κλασσική παιδεία.

Γ. Μ. : Το απέφυγες συνειδητά; Θυμάμαι μια παλιά συνέντευξη του Paul McCartney, όπου έλεγε «Θα ήθελα να ξέρω να γράφω μουσική, αν ήξερα όμως, αμφιβάλλω για το αν θα είχα γράψει το Yesterday»

Ο.A.: Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Είναι κάτι που σκέφτομαι συχνά, και απ’ αυτό πηγάζουν πολλές ανασφάλειές μου. Δεν παίζω πολύ καλά πιάνο· δεν έχω σπουδάσει πιάνο, δεν ξέρω πώς να βάλω σωστά τα δάχτυλά μου στο κλαβιέ, και δεν μπορώ να παίξω κάποιο τραγούδι που δεν συνέθεσα εγώ. Σε όλη μου την καριέρα, αυτό αποτέλεσε μια μεγάλη ανασφάλεια ―απεχθάνομαι το γεγονός ότι δεν μπορώ να παίξω ένα κομμάτι του Chopin, αισθάνομαι κατώτερος όλων αυτών των πιανιστών που παίζουν όλες αυτές τις περιπλοκότητες. Όμως, τα τελευταία δυο-τρία χρόνια, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι η μουσική μου δε θα ακουγόταν το ίδιο αν ήξερα να παίζω πιάνο. Ίσως και ο λόγος που αρέσει στους ανθρώπους, και τη βρίσκουν διαφορετική και χαρακτηριστική, είναι οι ανικανότητές μου, και όχι οι ικανότητές μου. Αυτά που δεν μπορώ να κάνω είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τη μουσική μου, και πρέπει κάτι τέτοιο να μάθεις να το αποδέχεσαι, να το αγαπάς και να το χρησιμοποιείς προς όφελός σου ― εκεί είναι που αρχίζουν να συμβαίνουν τα ενδιαφέρονται πράγματα. Μου αρέσει αυτή η σκέψη, αλλά είναι κάτι που μόλις πρόσφατα έχω αρχίσει να αποδέχομαι.

Γ. Μ. : Το αποδέχεσαι λοιπόν σαν να ξεφορτώνεσαι κι ένα βάρος…

Ο. A. : Απολύτως. Δεν είναι κάτι που καλλιέργησα συνειδητά, αλλά είναι κάτι που πλέον το αγαπώ. Ήταν ένα μεγάλο βάρος για μένα το να μην μπορώ να παίξω πιάνο, αλλά τώρα μου αρέσει.

Γ. Μ. : Ποια διαδικασία ακολουθείς; Ξυπνάς το πρωί και αρχίζεις να παίζεις;

Ο.A. : Αυτό συμβαίνει τις περισσότερες μέρες. Βέβαια, νομίζω πως όταν γράφεις κάθε μέρα, κάτι χάνεις. Εξαρτάται κι απ’ την περίοδο που διανύω· έχω ένα πιάνο σπίτι, οπότε παίζω εκεί, ή πάω στο στούντιο με τα συνθεσάιζερ και προσπαθώ εκεί να οργανώσω κάποια πράγματα. Όμως, μετά από κάποιους μήνες αυτής της διαδικασίας, θέλω πραγματικά να μην ακουμπάω τίποτα για ένα διάστημα, κι απλώς να ζήσω για λίγο τη ζωή μου.

Γ. Μ. : Είναι σαν ένας κύκλος ζωής, λοιπόν.

Ο. A. : Ναι, πρέπει να συλλέξεις πράγματα ―ιδέες, εμπειρίες, συζητήσεις, συναισθήματα που έχεις για άλλους ανθρώπους, φίλους οικογένεια― και μετά να επιστρέψεις στο γράψιμο. Αυτή η αντίθεση, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ σημαντική για τη μουσική. Μερικές φορές, παίρνω έναν ολόκληρο χρόνο ρεπό,  ώστε να συλλέξω εμπειρίες για τις οποίες θα γράψω μετά.

Γ. Μ. : Τι σου έχει λείψει περισσότερο όλο αυτό το διάστημα της πανδημίας; Λένε ότι για τους καλλιτέχνες, που περνάνε έτσι κι αλλιώς μεγάλες περιόδους εσωστρέφειας, τα πράγματα ήταν λίγο πιο εύκολα!

Ο.A. : Είναι αλήθεια ότι οι καλλιτέχνες περνάμε συνειδητά μεγάλα διαστήματα που κλεινόμαστε στον εαυτό μας! Τον πρώτο καιρό ένιωσα ότι όλο αυτό μπορεί και να είναι για καλό· ένιωσα ότι όλοι χρειαζόμασταν μια μικρή παύση ―εγώ, οι φίλοι μου, οι αγαπημένοι μου… ακόμη και ο ίδιος ο πλανήτης. Ήταν σαν να είχαμε χάσει το μέτρο, τα τελευταία χρόνια! Μου έλειψαν, φυσικά, πάρα πολύ οι άνθρωποι και η επικοινωνία μαζί τους! Μου έλειψαν πάρα πολύ και τα ταξίδια, έχω συνηθίσει να ταξιδεύω πάρα πολύ και σε ασυνήθιστα μέρη. Όμως, από την άλλη, το γεγονός ότι έμεινα στην Ισλανδία αρκετό καιρό μου επέτρεψε να ταξιδέψω περισσότερο εσωτερικά, στη χώρα!

Γ. Μ. : Τα ταξίδια φαίνεται να σου δίνουν έμπνευση, σωστά;

Ο.A. : Ναι, το να ταξιδεύω είναι ίσως η μεγαλύτερή μου έμπνευση. Όχι τόσο το να βλέπω διάφορα μέρη ―είναι πιο πολύ οι άνθρωποι που συναντώ, οι ιστορίες τους, οι μουσικές τους παραδόσεις. Είναι αρκετά ακαθόριστο, αλλά όταν ανοίγεις το μυαλό σου και διευρύνεις την οπτική σου για τον κόσμο, αυτό σου δίνει μια δημιουργική ώθηση. Όταν πηγαίνω σε μια χώρα, λέω «Α, δεν ήξερα πως το μέρος αυτό είναι έτσι!», ή ίσως και να είχα κάποια προκατάληψη για τους ανθρώπους αυτής της χώρας. Τότε λέω «Α, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμία σχέση μ’ αυτό που πίστευα!», και γυρίζω σπίτι με τέτοια έμπνευση που θέλω να γράψω. Δεν είναι τόσο μια άμεση έμπνευση από τους ίδιους, όσο το γεγονός ότι ο εγκέφαλός μου γίνεται πιο δραστήριος με κάποιο τρόπο και θέλει να δημιουργήσει κάτι.

Γ. Μ. : Πες μου για κάποιο μέρος που επισκέφθηκες πρόσφατα και σου δημιούργησε αυτά τα συναισθήματα.

Ο. A. : Πέρυσι πήγα στο Ιράν κι απλά διέλυσα οποιαδήποτε προσδοκία είχα γι’ αυτή τη χώρα. Είναι πραγματικά, αν όχι το πιο όμορφο, ένα από τα πιο όμορφα μέρη που έχω δει στη ζωή μου. Αυτή η χώρα είναι τόσο όμορφη, όλα είναι τόσο όμορφα σε βαθμό γελειότητας! Η τέχνη, το φαΐ, οι άνθρωποι, η κουλτούρα, η ιστορία και η αντικουλτούρα τους. Ο τρόπος που ζει κανείς σ’ ένα καταπιεστικό καθεστώς έχει μεγάλο ενδιάφερον: είναι πολύ μεγάλη έμπνευση να βλέπεις πως οι άνθρωποι ζουν στα όρια, χορεύουν στα όρια ―μερικές φορές με κίνδυνο―, βρίσκοντας ισορροπία σε μια χώρα που δεν προσφέρει απόλυτη ελευθερία…

Γ. Μ. : Και ιδίως για τις γυναίκες…

Ο. A. : Ακριβώς. Έκανα παρέα κυρίως με γυναίκες εκεί, οι πιο πολλές φίλες μου στο Ιράν είναι γυναίκες. Αποτελεί μεγάλη έμπνευση να βλέπεις αυτές τις γυναίκες, τον πολιτικό τους αγώνα. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ’ ότι θα περίμενες.

Γ. Μ. : Πάντως, όσον αφορά τη μουσική, η Ισλανδία έχει βγάλει τη Björk, τους Sugarcubes, τους Sigur Rós και τον Johan Johansson, τους KALEO… Τι συμβαίνει τελευταία εκεί;

Ο.A. : Νομίζω έχει να κάνει με τα ίδια πολιτιστικά στοιχεία όπως το φαγητό: είναι ένας τρόπος να επιβιώνουμε, και να κρατάμε την κοινωνία ενωμένη. Όπως στη Νοτιοανατολική Ασία, που με τα τραγούδια διατηρούν την ιστορία τους, έτσι κάνουμε και στην Ισλανδία ―έτσι μαθαίνουμε την ιστορία μας. Ο λαός μας έκανε την ιστορία στίχους για να τη θυμάται· αν δεν έβγαινε η ομοιοκαταληξία, ήξερες πως η ιστορία είναι λάθος. Τότε υπήρχαν γύρω στους τέσσερις ανθρώπους που ήξεραν να γράφουν… Έχουμε μεγάλη προφορική, τραγουδιστική παράδοση.

Γ. Μ. : Διάβαζα για μια διαρκή ανάγκη σου να αλλάζεις, την οποία βέβαια τώρα αντιλαμβάνομαι· αυτή η ανάγκη είναι σε επίπεδο πρακτικό ή φιλοσοφικό;

Ο.A. : Είναι μια προσωπική ανάγκη αλλαγής. Χρειάζομαι καινούρια μουσική, χρειάζομαι να δημιουργώ καινούρια μουσική για μένα τον ίδιο ―αλλιώς θα βαριόμουν. Στο φιλοσοφικό επίπεδο, η αντιστοιχία βρίσκεται στο να επεκτείνεις τα όριά σου, τη δημιουργικότητά σου. Με το «Remember» έκανα και ένα πιάνο που παίζει μόνο του…

Γ. Μ. : Εννοείς το «Status» ―είναι μια τρομερή καινοτομία…

Ο. A. : Το «Status» είναι ένας τρόπος να χειραγωγήσω τη δημιουργική μου διαίσθηση – κάτι που αγγίζει το φιλοσοφικό επίπεδο που λες. Δεν έχει να κάνει απαραίτητα με τα αποτελέσματα, αλλά με τη δημιουργία ιδεών που δε θα είχα αλλιώς, με τη βοήθεια, δηλαδή, ενός λογισμικού, τηςχειραγώγησης του οργάνου που παίζω συνήθως. Απλώς αγγίζοντας τα πλήκτρα του, κάνεις το πιάνο ν’ ανταποκριθεί άμεσα, είναι το πιο άμεσο απ’ όλα τα όργανα ―με την κιθάρα, π.χ., χρειάζεται να κινήσεις περισσότερο τα χέρια σου. Ήθελα να αποδομήσω αυτή τη σχέση που έχει κανείς με το πιάνο: τι θα συνέβαινε αν πατώντας τη νότα Ντο δεν ακούσεις αυτή, αλλά όλες αυτές τις άλλες νότες; Είναι απλά μια ρύθμιση του λογισμικού ―υπάρχουν πολλοί τρόποι να το χρησιμοποιήσεις. Ωστόσο, το ενδιαφέρον σημείο είναι η επίδραση μιας τέτοιας δυνατότητας στη δημιουργική σκέψη. Όταν καθίσω στο πιάνο, πατήσω το Ντο και ακουστούν και άλλα πέντε Ντο ―Ντο οκτάβα, μετά ένα σολ―, τότε πώς αντιδρά το δημιουργικό κομμάτι του εγκεφάλου μου; Προσπαθώντας να γράψω ένα τραγούδι, θα πάρω μια εντελώς διαφορετική απόφαση για την επόμενη νότα που θα παίξω, όταν συνθέτω μια μελωδία. Αυτό είναι μάλλον πράγματι ένα φιλοσοφικό ζήτημα, γιατί δεν ενδιαφερόμουν τόσο για το τραγούδι, όσο για τη δημιουργική διαδικασία ―να βρω τον τρόπο να την ανυψώσω, να μπω σε μια κατάσταση αγνής δημιουργικότητας.

Γ. Μ. : Απ’ όσο καταλαβαίνω, δε φοβάσαι την τεχνητή νοημοσύνη!

Ο. A. : Στην πραγματικότητα τη φοβάμαι, αν και αυτό δεν είναι τεχνητή νοημοσύνη. Δεν είναι ότι με τρομοκρατεί, αλλά θεωρώ τη δύναμή της αφάνταστα υποτιμημένη. Υπάρχουν διάφορες απόψεις. Γενικά, συμφωνώ με εκείνη του Elon Musk, που λέει πως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στη δύναμη που της δίνουμε, γιατί είναι το πιο δυνατό πράγμα που έχουμε δημιουργήσει και πρέπει να προσέξουμε την επίδρασή της στην κοινωνία ―το βλέπουμε ήδη με το Facebook και τους αλγορίθμους που επηρεάζουν ακόμη και τις ειδήσεις που μαθαίνουμε! Δεν είναι πολύ τρομακτικό αυτό;

Γ. Μ. : Είναι, και είναι και αδύνατο να μπλοκάρουμε τους αλγορίθμους…

Ο.A. : Από την άλλη, όσον αφορά τη μουσική, δε με τρομάζει. Νομίζω ότι όσο έξυπνη και να γίνει η τεχνητή νοημοσύνη ―και έχουμε πλέον τεχνητή νοημοσύνη να γράφει μουσική―, δε θα καταφέρει να κάνει τίποτα καλύτερο από μουσική ασανσέρ, κάτι απλώς για το φόντο. Ποτέ δε θα μπορέσει να πει κάτι. Μπορεί να βάλει στη σειρά νότες που θα ακούγονται ευχάριστα, ακόμα και τέλειες να είναι, αλλά δε θα υπάρχει κάποιο μήνυμα.

Γ. Μ. : Άλλωστε, δεν είναι η τελειότητα αυτό που ψάχνουμε!

Ο.A. : Ακριβώς, και η τεχνητή νοημοσύνη δε θα έχει κάτι να πει, δε θα δημιουργήσει την επόμενη πανκ μουσική. Γιατί δεν πρόκειται μόνο για τις νότες, είναι και αυτό που υπάρχει από πίσω: η φιλοσοφία. Και η τεχνητή νοημοσύνη δε θα έχει ποτέ φιλοσοφία. Γι’ αυτό δεν τη φοβάμαι, ποτέ δε θα μου φάει τη δουλειά!

*live pictures credit: Maximilian König
*cover photo credit: Anna Maggy

x
TitleArtist

Στείλε μήνυμα στο studio