ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Dustin O’ Halloran: «Πρέπει να αποχαιρετήσουμε τον παλιό τρόπο ζωής»

Λίγο πριν τη συναυλία του στην Αθήνα τη Δευτέρα 28 Μαρτίου, ο Dustin O’ Halloran μιλά στο Γιώργο Μουχταρίδη για το Ρέκιαβικ, την απομόνωση, και το αντίο σε όλα όσα θεωρούσαμε δεδομένα.

28/03/2022

Dustin O’Halloran γεννήθηκε στο Phoenix της Αριζόνα, και απο το 2004 μέχρι σήμερα έχει ηχογραφήσει πέντε σόλο δίσκους. Το 2019 υπέγραψε συμβόλαιο με την περίφημη Deutsche Grammophon, και κυκλοφόρησε το πρώτο του EP μέσω της εταιρείας με τίτλο «Sundoor», ενώ το 2021 κυκλοφόρησε το σόλο άλμπουμ «Silfur», στο οποίο ρίχνει μια διαφορετική και πιο φρέσκια ματιά σε παλιότερες συνθέσεις του από όλο το φάσμα της δισκογραφίας του.

Είναι συνιδρυτής του ambient συνόλου με το ιδιαίτερο όνομα A Winged Victory for the Sullen μαζί με τον Adam Wiltzie, και έχουν στο ενεργητικό τους δύο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 2019 και το 2021.

Η καριέρα του στον κινηματογράφο ξεκίνησε το 2006, με τη συνεργασία του με την Sophia Coppola για την ταινία «Marie Antoinette», και από τότε έχει δουλέψει σε πάρα πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές (Like Crazy, Breathe In). Το 2017 έκανε την παραγωγή στο τραγούδι της Katy Perry Into Me You See, και την επόμενη χρονιά υπέγραψε το score για την ταινία του Mark Turtletaub, «Puzzle», ενώ για το τραγούδι των τίτλων συνεργάστηκε με την αγαπημένη Σκανδιναβή μουσικό Ane Brun.

Το 2015, ο Dustin O’ Halloran κέρδισε το βραβείο Emmy για την τηλεοπτική σειρά της Amazon, «Transparent», και το 2016 ήταν υποψήφιος για Oscar, BAFTA και Χρυσή Σφαίρα για το soundtrack της ταινίας «Lion» που έγραψε μαζί με το φίλο του, το συνθέτη Hauschka.

Ωστόσο, πολλοί τον γνωρίζουν από την αρχή της καριέρας του, στα τέλη της δεκαετίας του ’90: ο O’ Halloran ήταν συνιδρυτής μιας μπάντας της ανεξάρτητης pop rock σκηνής, τους Devics, η ιδιαίτερη αισθητική των οποίων άφησε εποχή.

Ταλαντούχος συνθέτης, εμπνευσμένος μουσικός και μολονότι άργησε να συναντήσει το πιάνο ―αφού ξεκίνησε σαν κιθαρίστας―, ένας πιανίστας που σε ρουφάει με το ατμοσφαιρικό και μοναδικό του παίξιμο!

O Dustin O’Halloran έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στις 28 Μαρτίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Cosmos του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, με τη συνοδεία του Ergon Ensemble.

Γ. Μ.: Καλωσήρθες στον Pepper 96,6! Τι βλέπεις αυτή τη στιγμή αν κοιτάξεις έξω από παράθυρο;

D. H.: Έχω θέα στον κόλπο του Ρέκιαβικ· βλέπω και το Harpa, την πιο κλασική αίθουσα συναυλιών της πόλης. Βλέπω επίσης το βουνό, την Esja, από την άλλη πλευρά του κόλπου. Και σήμερα είναι η πρώτη μέρα που δε χιονίζει, οπότε σκέφτομαι πως τελείωσε ο χειμώνας!

Γ. Μ.: Μαθαίνουμε ότι είσαι πολύ απασχολημένος αυτή την περίοδο. Σε τι φάση σε πετυχαίνουμε;

D. H.: Τελειώνω τη μουσική για μια σειρά της Apple, μετά από ένα εξάμηνο δουλειάς, και τώρα προετοιμάζομαι για τις συναυλίες που έρχονται.

Γ. Μ.: Σου έχουν λείψει οι περιοδείες; Οι συναυλίες, η αλλαγή περιβάλλοντος, η εναλλαγή χωρών, πόλεων κλπ;

D. H.: Και ναι και όχι. Νομίζω πως κατά κάποιο τρόπο ήταν ωραίο που πήρα ένα διάλειμμα από τα ταξίδια και επικεντρώθηκα στη ζωή στο σπίτι και στη δουλειά στο στούντιο. Έκανα την πρώτη μου συναυλία μετά από καιρό τον περσινό Νοέμβριο στην Ιταλία, και ένιωσα πολύ καλά. Νομίζω πως αυτό που μου έλειπε ήταν η ανθρώπινη σύνδεση· δεν ξέρω πώς ήταν στην Ελλάδα, αλλά εδώ συνηθίσαμε στην απομόνωση και ξεχάσαμε πόσο μας χρειάζεται η επαφή.

Γ. Μ.: Είναι και μία από τις βασικότερες ανάγκες των ανθρώπων, να συνυπάρχουμε και να μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλο. Μήπως έχεις προσέξει κάποια διαφορά στην ποιότητα της επικοινωνίας μεταξύ του μουσικού και του κοινού του;

D. H.: Έχω κάνει μόνο μια συναυλία από τότε που ξεκίνησε η πανδημία, οπότε δεν έχω τρομερό σημείο αναφοράς. Αλλά ένιωσα πως υπήρχε ανάμεσα στο κοινό μία αίσθηση εκτίμησης που φάνηκε πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως ―μία αίσθηση ευγνωμοσύνης για την παρουσία τους εκεί.

Γίνεται βέβαια πολύ πιο δύσκολο να κάνεις περιοδείες· μπορούν τα μεγάλα ονόματα, αλλά τα μικρότερα live δυσκολεύουν περισσότερο. Ανυπομονώ να δω πώς είναι τώρα που έχουν ανοίξει κάπως τα πράγματα!

Γ. Μ.: Είναι όπως λέει το τραγούδι, You Don’t Miss Your Water ‘Til Your Well Runs Dry!

Νωρίτερα απάντησες ναι και όχι, και είναι σαν να χτύπησε ένα καμπανάκι στο κεφάλι μου: όσο μεγαλώνω, παρατηρώ πως γίνεται όλο και πιο συχνά η κατάλληλη απάντηση στα πάντα. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο να απαντήσεις ένα καθαρό όχι ή ένα καθαρό ναι. Πάντα, η απάντηση βρίσκεται κάπου στη μέση! Νιώθω πως αυτός είναι ο νέος τρόπος σκέψης στις μέρες μας…

D. H.: Νομίζω πως ο κόσμος αλλάζει πολύ γρήγορα στην εποχή μας. Όλοι σκεφτόμαστε από την αρχή τις προτεραιότητές μας… Ζούμε μέσα σε μια διττότητα και πρέπει να πούμε αντίο στον παλιό τρόπο ζωής και να αποδεχτούμε τη νέα πραγματικότητα. Νομίζω είμαστε όλοι ανάμεσα στο ναι και στο όχι!

 

Γ. Μ.: Είναι και η πρώτη φορά μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που βιώνουμε στη Δύση μια αμφισβήτηση όλων όσων είχαμε ως δεδομένα!

Η μουσική σου λειτουργεί ως αντίδοτο σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Ακούω πολύ συχνά αυτές τις μέρες, και νιώθω σαν να με πηγαίνει σε ένα άλλο μέρος. Είναι τρομερό όταν συμβαίνει αυτό με τη μουσική!

D. H.: Είναι αυτό που θέλω από τη μουσική. Όταν είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, κάνεις τη μουσική που χρειάζεσαι, ελπίζοντας πως το αποτέλεσμα είναι κάτι που χρειάζονται να ακούσουν και άλλοι άνθρωποι. Πάντα αναζητώ ηρεμία όταν γράφω μουσική, και νομίζω εκεί οφείλεται το αποτέλεσμα.

Γ. Μ.: Έχεις κάποια μέθοδο που ακολουθείς για να μπεις σε αυτή την κατάσταση επαφής με τις εσωτερικές ανάγκες σου;

D. H.: Εδώ πάλι θα απαντήσω με ναι και όχι! Νομίζω πως αυτό που χρειάζομαι στην πραγματικότητα είναι χρόνος ―ο οποίος μοιάζει όλο και πιο δυσεύρετος σε αυτή την ηλικία! Υπάρχει πολύ περισσότερη επικοινωνία απ’ όση υπήρχε πριν δέκα χρόνια και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να βρω την ηρεμία για να δημιουργήσω.

Γ. Μ.: Είμαι πολύ περίεργος για την απόφασή σου να μετακομίσεις στο Ρέκιαβικ της Ισλανδίας. Διάβαζα πως και ο Damon Albarn έχει ηχογραφήσει ένα δίσκο στο Ρέκιαβικ…

D. H.: Ναι, υπάρχει πολύς κόσμος που κρύβεται στην Ισλανδία! Η απάντηση, ωστόσο, είναι πολύ απλή: η κόρη μου είναι μισή Ισλανδή, επομένως γι’ αυτό ήρθα εδώ. Είναι όμως πολύ ωραίο μέρος για να γράφεις μουσική, υπάρχει και μια δυνατή μουσική κοινότητα, και παράλληλα, λόγω του καιρού, είναι ωραία να περνάς τους σκοτεινούς μήνες δημιουργώντας στο στούντιο.

Υπάρχει όμως και πολύ όμορφη φύση εδώ, και το να έρθεις σε επαφή με κάτι τέτοιο είναι πιο δύσκολο στην υπόλοιπη Ευρώπη που είναι τόσο πυκνοκατοικημένη. Η επαφή με τη φύση σε βοηθάει επίσης να συνειδητοποιήσεις τη δική σου ασημαντότητα, κάτι που μου φαίνεται πολύ υγιές!

Γ. Μ.: Πότε αποφάσισες να ηχογραφήσεις ξανά παλαιότερο υλικό για το «Sulfur»; Υποθέτω πως αυτό το υλικό θα είναι και το κυρίως πιάτο στη συναυλία σου στην Αθήνα;

D. H.: Αρχικά δεν ήθελα να γυρίσω πίσω, μου αρέσει να κινούμαι μπροστά, κι εκείνη την περίοδο έτρεχαν διάφορα νέα συνεργατικά πρότζεκτ. Όσο το σκεφτόμουν, όμως, συνειδητοποίησα ότι ίσως θα ήταν ένας καλός τρόπος να έρθω ξανά σε επαφή με το δικό μου υλικό και να συνεχίσω από εκεί που είχα μείνει. Ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος που το πέρασμα του χρόνου επηρεάζει τη μουσική: μένει η ίδια για σένα, νιώθεις το ίδιο όταν την ερμηνεύεις; Είναι σαν να ξαναδιαβάζω το παλιό μου ημερολόγιο, ή να μιλάω με κάποιον που έχει πλέον εξελιχθεί ―και η συζήτηση αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Το είδα λίγο σαν πείραμα με το χρόνο, να δω πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα και επίσης να επαναφέρω την αρχή· νομίζω πως δε θα ξαναγράψω τέτοια μουσική, θα κάνω διαφορετικά πράγματα. Ήθελα να τιμήσω αυτό το υλικό με λίγο καλύτερη ποιότητα!

Γ. Μ.: Και το έκανες με μία από τις παλαιότερες και σημαντικότερες δισκογραφικές στον κόσμο, τη DeutscheGrammophon.

D. H.: Αυτό ήταν και λίγο τρομακτικό· δεν έρχομαι από τον κλασικό χώρο. Είναι μεγάλη τιμή, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάω ποιος είμαι ―δεν είναι αυτό το μονοπάτι μου… Παίρνω έμπνευση από παντού: μου αρέσει η ακουστική μουσική, μου αρέσει να παίζω πιάνο, αλλά μου αρέσουν και οι πιο ηλεκτρονικοί ήχοι, και δεν ήθελα να παρεκκλίνω από τον ήχο μου για να ταιριάζω με το ύφος της DeutscheGrammophon. Ευτυχώς δε χρειάστηκε, και οι άνθρωποι ήταν απόλυτα υποστηρικτικοί!

 

Γ. Μ.: Φαίνεται να δουλεύεις πολύ συνεργατικά, κάτι που δεν έχουμε συνηθίσει πολύ από τους μουσικούς. Ξέρουμε για τη συνεργασία σου με τον Hauschka για το soundtrack του «Lion», αλλά και με τον Adam Bryanbaum Wiltzie για το «A Winged Victory For The Sullen». Το βρίσκεις πιο εύκολο να δουλεύεις συνεργατικά;

D. H.: Μου αρέσει να συνεργάζομαι, μου αρέσει να δουλεύω μόνος. Νομίζω πως όταν βρίσκεις το σωστό άτομο και αφήνεις τον εγωισμό στην άκρη μπορούν να συμβούν πολύ όμορφα πράγματα. Ο ένας βλέπει κάτι που παραλείπει ο άλλος, και βγαίνει κάτι που δε θα έβγαινε ποτέ από ένα άτομο. Όλο αυτό δίνει στη μουσική μια αίσθηση χάους και τυχαιότητας που βρίσκω πολύ ιδιαίτερη. Όταν δουλεύεις μόνος, έχεις κάτι στο μυαλό σου και κινείσαι προς αυτό. Σε μια συνεργασία, μπορείς να εκπλαγείς! Μου αρέσει να χάνομαι και να αφήνω τη μουσική να με πάει εκεί που θέλει εκείνη.

 

x
TitleArtist

Στείλε μήνυμα στο studio