ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Asaf Avidan: «Η τέχνη είναι ένα ψέμα»

Λίγο πριν την εμφάνισή του στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού την Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου, θυμόμαστε τη χορταστική συζήτηση με τον Asaf Avidan για τον τελευταίο του δίσκο, την καλλιτεχνική δημιουργία και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης.

12/09/2022

Στη μοναδική του εμφάνιση στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου για τα Church Sessions του Pepper 96,6, o Asaf Avidan μας ενέπνευσε και μας μάγεψε με τη θεατρικότητά του, και με την ιδιαίτερη φωνή του να αντηχεί στις γοτθικές αψίδες του ναού, προκαλώντας ανατριχίλα και μερικά κρυφά δάκρυα στους τυχερούς της βραδιάς της 16ης Μαΐου.

«Γράφω μουσική για τους δικούς μου, εγωιστικούς λόγους», απάντησε ο 42χρονος καλλιτέχνης σε μια ακροάτρια που τον ευχαρίστησε για το συγκινητικό Labyrinth Song. «Και μετά έρχομαι και πετάω το αποτέλεσμα πάνω σας, και συμβαίνει κάτι μαγικό: εγώ εκφράζω τα πιο μύχια κομμάτια του εαυτού μου, και αυτά διαχέονται στο χώρο ανάμεσά μας και γίνονται σύννεφα. Και μετά, αυτά τα σύννεφα γίνονται βροχή που πέφτει στις κοιλάδες και στις κορυφές όλων μας, σε κάθε πτυχή και σπηλιά, σε κάθε ψυχή ξεχωριστά, αγγίζοντας τα όνειρα και τις ελπίδες, τους φόβους και τις αγάπες, τις προσδοκίες και τις αποτυχίες σας».

Και για τον Avidan, αυτό είναι το πιο όμορφο πράγμα στην τέχνη: οι στιγμές που επιτέλους δεν αισθανόμαστε ολομόναχοι μέσα σε αυτόν το σκληρό κόσμο.  

 

Γ. Μ. : Αισθάνεσαι βάρος όταν εκθέτεις τον εαυτό σου μπροστά σε κάποιον που δεν σε ξέρει;

A. A. : Νομίζω πως έχω πάντα και απόλυτα συνειδητά το βάρος του εαυτού μου. Το να μπορώ να μοιραστώ αυτό το βάρος είναι αναγκαιότητα για μένα, και το γεγονός πως αποδομώ τον εαυτό μου μπροστά σε ανθρώπους που το βρίσκουν ενδιαφέρον, είναι τρομερό. Όταν γράφω ένα κομμάτι, νιώθω πως η δουλειά μου είναι να γράψω για ένα συγκεκριμένο συναίσθημα αλλά με αρκετά αφηρημένο τρόπο, ώστε να μπορεί κανείς να δει τον εαυτό του μέσα σε αυτό. Αν νιώθεις ότι είδες απλά εμένα, τότε είμαι ένας διασκεδαστής· αν μπόρεσες να δεις μια αντανάκλαση του εαυτού σου, τότε έχω κάνει τη δουλειά του καλλιτέχνη. Προσπαθώ να είμαι όσο το δυνατόν πιο ορατός ώστε να γίνω αόρατος, όσο πιο θεατρικός, τόσο πιο αληθινός!

 

Ας μιλήσουμε για τον τελευταίο δίσκο σου, το «ANAGNORISIS». Πoια ήταν η διαδικασία; Πρώτα τον έγραψες και μετά βρήκες τον τίτλο, ή συνέβη το αντίθετο;

Έχω διαμορφώσει το σπίτι μου στην Ιταλία ως εξής: από πάνω είναι το σπίτι, ο χώρος διαβίωσης, και μετά κατεβαίνεις τα σκαλιά προς το υπόγειο στούντιο, στη μήτρα της Γης, σε μια σπηλιά. Εκεί έγραψα τα τραγούδια για το «Anagnorisis». Ήταν σαν να έπεφτα πάνω σε έναν τοίχο ελπίζοντας πως το ματωμένο αποτύπωμα θα είναι αρκετά όμορφο και σημαντικό για να μείνει ―αλλά δεν ήταν. Ήταν απλώς πόνος και σύγχυση, τίποτα δεν ήταν αρκετά συγκεκριμένο ώστε να εξηγήσω στον εαυτό μου εμένα τον ίδιο. Περνούσα τότε την κρίση μέσης ηλικίας μου, και είχα μεγάλη θλίψη και αϋπνίες. Ένα βράδυ, διαβάζοντας στο ίντερνετ, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο για τον Αριστοτέλη και την αναγνώριση. Έτρεξα στη βιβλιοθήκη μου, όπου ευτυχώς είχα την Ποιητική και βρήκα το κομμάτι για το θέατρο και την αναγνώριση, και εκεί υπήρξε μια στιγμή ανακάλυψης.

Η τέχνη είναι ένα ψέμα. Ξέρω πως είναι μεγάλη δήλωση, αλλά είναι πάντα μια δομή επιβεβλημένη σε έναν χαώδη εαυτό, μια χαώδη φύση, ένα χαώδες σύμπαν. Επί της ουσίας, είναι πάντα απατηλή. Κατάλαβα λοιπόν πως όποιο τρόπο και να επέλεγα για να εκφραστώ, δε θα ήταν ποτέ απολύτως αληθινή η απεικόνιση. Επομένως, η αποκάλυψη ήταν η εξής: δε χρειάζεται να προσπαθώ να είμαι συγκεκριμένος, μπορώ να προσπαθήσω να δώσω φωνή σε όλα τα θραύσματα και τις αντανακλάσεις του εαυτού μου. Καμία δεν είναι απολύτως αληθινή, αλλά αν έχω αρκετές, ίσως μπορώ να δημιουργήσω ένα χάρτη για να με διευκολύνει να κινηθώ ανάμεσά τους. Γι’ αυτό και το artwork του δίσκου, με τα χρώματα και τη μαύρη σκιά της φιγούρας μου πίσω από αυτά ―γιατί εκεί υπάρχω, όχι στα ξεκάθαρα χρώματα, στους χαρακτήρες των τραγουδιών, τα ψέματα και τις απεικονίσεις. Κι αυτά όμως, δίνουν ένα στοιχείο για το ποιος είμαι!

 

Μήπως όλα αυτά τα διαφορετικά χρώματα στο εξώφυλλο εκπροσωπούν και τις διάφορες επιρροές που έχεις στον τελευταίο δίσκο;

Ίσως έχεις δίκιο. Όταν ξεκίνησα να γράφω το δίσκο, δεν ήμουν ικανοποιημένος με τα τραγούδια. Όχι επειδή δεν ήταν καλά, αλλά επειδή μου ακούγονταν υπερβολικά γνώριμα. Και κατάλαβα πως δεν ήθελα να γράψω για ένα νέο συναίσθημα με παλιά και γνώριμα εργαλεία. Έτσι, κατά την ελληνική μυθολογία, έπρεπε να σκοτώσω τους πατεράδες και της μητέρες μου: έβαλα στην άκρη τον Bob Dylan, τον Leonard Cohen και τη Nina Simone. Άρχισα να ακούω άλλη μουσική για να εμπλουτίσω την εργαλειοθήκη μου, τα πινέλα μου.

Στο δίσκο, υπάρχει ένα κομμάτι που λέγεται Earth Odyssey και είναι φόρος τιμής στο Space Oddity και τον David Bowie, φαίνεται και από τον τρόπο που είναι γραμμένο και από τον τρόπο που τραγουδάω. Η όλη ιδέα του Bowie, των διαφορετικών χαρακτήρων και φάσεων αλλά και η θεατρικότητά του με πήγαν και στο αρχαίο δράμα, στο πώς οι ηθοποιοί φορούσαν μάσκες για να μιλήσουν για μια βαθύτερη αλήθεια…

Προσπάθησα να ακούσω και σύγχρονη μουσική· δεν είναι πως είμαι σνομπ, αλλά έχω πολύ συγκεκριμένο γούστο και δυστυχώς δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σύγχρονη μουσική. Ακούω μέχρι και τη δεκαετία του ’60 συνήθως. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό, αλλά εκείνα τα κομμάτια είναι που με συγκινούν.

Άκουσα όμως λίγη Billie Eilish μετά από προτάσεις φίλων, και δε μου άρεσε ―έκλεψα όμως μερικές ιδέες από τα φωνητικά της! Άκουσα το «Jesus Is King» του Kanye West και έκλεψα κάποια ωραία εφέ… Κλέβω ιδέες, αλλά στο τέλος της μέρας προσπαθώ να δημιουργήσω μια μετάφραση μέσα από τα δικά μου πρίσματα, και να τις κάνω δικές μου. Διαφορετικά, μιλάμε απλώς για κλοπή.

Κι έτσι δημιουργείται ένα μωσαϊκό από πολλές επιρροές. Amy Winehouse, The Fugees ―στο Lost Horse φαίνεται η επιρροή από hip hop των ‘90s. Άκουσα ό, τι μπορούσα να ακούσω, και αμέσως προσπάθησα να το βγάλω προς τα έξω.

 

Η καριέρα σου στη μουσική θυμίζει παλιούς παραδοσιακούς τραγουδοποιούς (singer/songwriters), κάτι που φαίνεται και από το γεγονός ότι ξεκίνησες σε σχετικά μεγάλη ηλικία. 

Έχω γεράσει, αυτό λες; (γέλια) Ο Leonard Cohen είναι ένας από τους τιτάνες μου, μαζί με τον Bob Dylan. Κάποτε τον είχαν ρωτήσει για την επιτυχία, και είχε απαντήσει πως για εκείνον είναι η μακροζωία. Αν μπορώ να βγαίνω στη σκηνή στα 70 μου, όπως ο Cohen, και να βγάζω ακόμα την ίδια αμεσότητα και πραγματικό πάθος για την τέχνη, τότε θα τα έχω καταφέρει.

Με τη μουσική άρχισα να ασχολούμαι πράγματι σχετικά αργά, στα 26 μου, μετά από έναν μνημειώδη χωρισμό. Το να γίνω σταρ δεν ήταν ποτέ ο στόχος μου, και ακόμα δεν είναι. Το χρησιμοποιώ απλώς ως εργαλείο για να κάνω τα πράγματα που μου αρέσουν. Ξέρω πως είναι κλισέ, αλλά το εννοώ με όλη μου την καρδιά: αν δεν κάνω κάτι που μου αρέσει, αν δώσω έστω και μία ανειλικρινή συνέντευξη, δεν μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ. Αν δεν μπορώ να ανέβω στη σκηνή και να τραγουδήσω τα τραγούδια που θέλω με τον τρόπο που θέλω, αν δεν μπορώ να τα γράψω όπως θέλω, τίποτα δεν έχει σημασία. Η επιτυχία δεν είναι ο στόχος.

Ποιος είναι ο πιο μικρός χώρος που έχεις παίξει;

Όταν πρωτοξεκίνησα, έπαιζα σε καφέ και σε μπαρ, όπου βγάζαμε ένα καπέλο στο τέλος για φιλοδωρήματα… Κάποια στιγμή, είχα τη φαεινή ιδέα να πάμε με την μπάντα μου στην Αμερική. Τότε δεν υπήρχαν τα social media που υπάρχουν τώρα, μόνο το MySpace. Κλείσαμε σε ένα μαγαζί που λεγόταν The Pussycat Lounge ―ξεκάθαρα όνομα στριπτιτζάδικου, κάτι που τότε όμως δεν είχαμε καταλάβει. Ήταν η πιο μικρή αίθουσα, και είχαμε κυριολεκτικά έναν θεατή. Χειρότερα από το να μην είχε έρθει κανείς, γιατί σε αυτή την περίπτωση απλά δε θα παίζαμε. Αλλά κάναμε ένα κανονικό σετ 70 λεπτών για έναν άνθρωπο, και θα το θυμάμαι για πάντα!

Ποιος είναι ο τρόπος που δουλεύεις; Έχεις μια στάνταρ διαδικασία, πηγαίνεις ας πούμε για 6 ώρες στο στούντιο καθημερινά;

Μακάρι να ήταν έτσι! (γέλια) Δουλεύω μόνο κάτω από συνθήκες εξωφρενικού άγχους. Μετά από κάθε δίσκο, τηλεφωνώ στο μάνατζέρ μου και του λέω: Αυτό ήταν, στέρεψε το πηγάδι, δεν έχω τίποτε άλλο να πω, βρες άλλον καλλιτέχνη! Και μετά η ζωή συνεχίζεται, κάτι συμβαίνει και ο κόσμος ξαφνικά γίνεται πάλι χρωματιστός, και ανυπομονώ να φτιάξω κάτι καινούριο. Τώρα με πετυχαίνεις σε φάση που έχω εμμονή με το «Κόκκινο Βιβλίο» του Carl Jung ―οπότε μην εκπλαγείς αν το επόμενο άλμπουμ μου λέγεται «The Red Album»!

Διάβαζα μια συνέντευξη του Jack White, όπου έλεγε πως πηγαίνει κάθε μέρα στο στούντιο, πιάνει την κιθάρα και γράφει μουσική· έλεγε πως: το 99% της δουλειάς είναι χάλια, αλλά τουλάχιστον πηγαίνω στο γραφείο! Μακάρι να είχα τέτοιου είδους αφοσίωση. Ο τρόπος που βλέπω την καλλιτεχνική δημιουργία έχει πολύ να κάνει με τις στιγμές σιωπής, όπου δεν υπάρχουν περισπασμοί. Χρειάζομαι τέτοιες στιγμές ―κανείς δε μιλάει για το πώς η Βαρεμάρα είναι ένα από τα πιο δυνατά καύσιμα για τη δημιουργία! Χρειάζομαι να βαρεθώ, χρειάζομαι να κάτσω να σκεφτώ πως τίποτα δεν έχει νόημα και πως είμαι ολομόναχος, ώστε να πάω επιτέλους στο πιάνο ή να πιάσω την κιθάρα και να βγάλω κάτι. Αλλιώς, τίποτα δε βγαίνει. Και μετά, ξαφνικά υπάρχει μια έκρηξη δημιουργίας.

Πάντοτε απορροφώ ερεθίσματα, σαν σφουγγάρι που όλο γεμίζει και κάποια στιγμή έχει φουλάρει τόσο πολύ που αρχίζει να στάζει. Έτσι δημιουργώ εγώ. Αλλά πραγματικά λατρεύω εκείνους τους ανθρώπους που έχουν την πειθαρχία να στρωθούν κάτω για 6 ώρες σερί και να βγάλουν δουλειά.

 

Είσαι ένας από τους πιο δυναμικούς και σίγουρους μουσικούς που έχω δει ζωντανά, είναι σαν να μαγνητίζεις το κοινό. Από πού προέρχεται αυτή η αυτοπεποίθηση επί σκηνής;

Από την έλλειψη αυτοπεποίθησης! (γέλια)

Φαίνεται πάντως να ξέρεις ακριβώς τι κάνεις. Μήπως δεν έχεις ιδέα και συμβαίνει μαγικά;

Νομίζω πως είναι ένας συνδυασμός. Είμαι ένας μεγαλομανής νάρκισσος, πιστεύω ότι είμαι το σπουδαιότερο πράγμα στη Γη, αλλά ταυτόχρονα αισθάνομαι πως δεν έχω ταλέντο, πως η φωνή μου ακούγεται σαν νεκρής γάτας, πως σύντομα όλοι θα το ανακαλύψουν. Αυτές οι δύο φωνές είναι εξίσου δυνατές, και αυτή η ασταμάτητη μάχη μεταξύ τους είναι που κάνει τα πράγματα ενδιαφέροντα. Αν ακούσεις μονομερώς τη μία από τις δύο αυτές δυνάμεις, γίνεσαι αξιολύπητος. Αν υπάρχει όμως μια υγιής μάχη μεταξύ των δύο, τότε μπορείς να αντιμετωπίσεις πραγματικά τον εαυτό σου.

Έτσι δεν είναι η ζωή για όλους μας; Ξυπνάς μια μέρα και νομίζεις ότι θα κατακτήσεις τον κόσμο, και την επόμενη μέρα μπορεί να σου φαίνονται όλα ανούσια και να θες να γυρίσεις στο κρεβάτι σου.

Υπάρχουν ταυτόχρονα όλες αυτές οι πλευρές μαζί. Αν μπορείς το σκεφτείς έτσι, ότι δηλαδή όλες αυτές οι οπτικές συνυπάρχουν ταυτοχρόνως, μπορεί να δεις τα πράγματα διαφορετικά. Όταν είσαι χάλια και θες να γυρίσεις στο κρεβάτι, πήγαινε κάνε κάτι άλλο ―άκου την άλλη φωνή. Όταν νιώθεις ικανός να κατακτήσεις τον κόσμο, θυμήσου πως τίποτα από όσα κάνεις δεν έχει σημασία. Προσπάθησε να ακούσεις τις μυριάδες φωνές που ακούγονται μέσα σου σε κάθε στιγμή. Εκεί υπάρχει η λύτρωση, αλλά και η αξιοπρέπεια.

Γενικά ως καλλιτέχνης προσπαθώ να επικοινωνώ την αλήθεια. Νομίζω πως ποτέ δεν ήταν τόσο απαραίτητη η αλήθεια όσο στην τεχνολογική εποχή μας, όπου υπάρχει μια έλλειψη ειλικρίνειας. Όλα είναι επιφανειακά, άμεσα και απλοϊκά, εύκολα. Νομίζω πως οι άνθρωποι είναι καλύτεροι όταν καταλαβαίνουν την πολυπλοκότητα της ζωής και τον πόνο που έρχεται μαζί της.

Την πρώτη φορά που είχες έρθει στη χώρα μας, είχες παίξει στο Gazarte για 300 άτομα, και μετά από δύο χρόνια έπαιξες για 1500 άτομα. Όσο για τα Church Sessions, η ανταπόκριση ήταν απίστευτη! Υπάρχει μία σύνδεση με το ελληνικό κοινό, την αισθάνεσαι;

Την αισθάνομαι ειλικρινά. Θα σου πω αυτό: πριν λίγο καιρό αγόρασα ορτανσίες λευκές, και τις φύτεψα στο σπίτι μου στην Ιταλία, και ένα χρόνο αργότερα έγιναν μπλε. Πήγα στον κηπουρό και του έβαλα τις φωνές, αλλά μου απάντησε πως οι ορτανσίες απορρόφησαν συστατικά του εδάφους στο σπίτι μου και άλλαξαν χρώμα λόγω της αλλαγής περιβάλλοντος.

Είμαι τόσο πολίτης της Μεσογείου όσο και της Δύσης, και καταλαβαίνω τι με τραβά στην Ελλάδα. Έρχομαι ακόμα και όταν δεν έχω κάποια συναυλία, κλαίω μπροστά από εκθέματα στα μουσεία ―υπάρχει μια σύνδεση που αισθάνομαι βαθιά, στο DNA μου. Τώρα, το τι είναι αυτό σε εμένα που αρέσει στο ελληνικό κοινό, δεν το γνωρίζω… Μακάρι να το γνώριζα, για να το κάνω ακόμα περισσότερο!

Επιμέλεια συνέντευξης: Μαρία Μεταξά

x
TitleArtist

Στείλε μήνυμα στο studio